επιβιβάζω
•
- ανεβάζω (και εγκαθιστώ) κάποιον σε όχημα, προκειμένου να μετακινηθεί σε άλλο μέρος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
επιβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐπιβιβάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε επι- + βιβάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | επιβιβάζω | επιβιβάζεις | επιβιβάζει | επιβιβάζουμε | επιβιβάζετε | επιβιβάζουν / επιβιβάζουνε |
| Παρατατικός | επιβίβαζα | επιβίβαζες | επιβίβαζε | επιβιβάζαμε | επιβιβάζατε | επιβίβαζαν / επιβιβάζαν / επιβιβάζανε |
| Αόριστος | επιβίβασα | επιβίβασες | επιβίβασε | επιβιβάσαμε | επιβιβάσατε | επιβίβασαν / επιβιβάσαν / επιβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα επιβιβάζω / θα επιβιβάσω | θα επιβιβάζεις / θα επιβιβάσεις | θα επιβιβάζει / θα επιβιβάσει | θα επιβιβάζουμε / θα επιβιβάσουμε | θα επιβιβάζετε / θα επιβιβάσετε | θα επιβιβάζουν / θα επιβιβάζουνε / θα επιβιβάσουν / θα επιβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω επιβιβάσει | έχεις επιβιβάσει | έχει επιβιβάσει | έχουμε επιβιβάσει | έχετε επιβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα επιβιβάσει | είχες επιβιβάσει | είχε επιβιβάσει | είχαμε επιβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω επιβιβάσει / να επιβιβάζω / να επιβιβάσω | να έχεις επιβιβάσει / να επιβιβάζεις / να επιβιβάσεις | να έχει επιβιβάσει / να επιβιβάζει / να επιβιβάσει | να έχουμε επιβιβάσει / να επιβιβάζουμε / να επιβιβάσουμε | να έχετε επιβιβάσει / να επιβιβάζετε / να επιβιβάσετε | να επιβιβάζουν / να επιβιβάζουνε / να επιβιβάσουν / να επιβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | επιβίβαζε / επιβίβασε | — | — | επιβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
επιβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →