καταιγιστικός
•
- στρατιωτικός όροςπου έχει σχέση με καταιγισμό ρίψης βλημάτων Βικιλεξικό
- καταιγιστικά πυρά
- μεταφορικάσυνεχής διαδικασία, χωρίς τέλος, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό
- καταιγιστικές πληροφορίες, καταιγιστικές εξελίξεις
Ετυμολογία
καταιγιστικός < καταιγισ(μός) + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταιγιστικός | καταιγιστική | καταιγιστικό |
| Γενική | καταιγιστικού | καταιγιστικής | καταιγιστικού |
| Αιτιατική | καταιγιστικό | καταιγιστική | καταιγιστικό |
| Κλητική | καταιγιστικέ | καταιγιστική | καταιγιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | καταιγιστικοί | καταιγιστικές | καταιγιστικά |
| Γενική | καταιγιστικών | καταιγιστικών | καταιγιστικών |
| Αιτιατική | καταιγιστικούς | καταιγιστικές | καταιγιστικά |
| Κλητική | καταιγιστικοί | καταιγιστικές | καταιγιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →