Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταιγιστικός

/ka.te.ʝi.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. στρατιωτικός όροςπου έχει σχέση με καταιγισμό ρίψης βλημάτων Βικιλεξικό
    • καταιγιστικά πυρά
  2. μεταφορικάσυνεχής διαδικασία, χωρίς τέλος, χωρίς σταματημό Βικιλεξικό
    • καταιγιστικές πληροφορίες, καταιγιστικές εξελίξεις

Ετυμολογία

καταιγιστικός < καταιγισ(μός) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταιγιστικόςκαταιγιστικήκαταιγιστικό
Γενικήκαταιγιστικούκαταιγιστικήςκαταιγιστικού
Αιτιατικήκαταιγιστικόκαταιγιστικήκαταιγιστικό
Κλητικήκαταιγιστικέκαταιγιστικήκαταιγιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκαταιγιστικοίκαταιγιστικέςκαταιγιστικά
Γενικήκαταιγιστικώνκαταιγιστικώνκαταιγιστικών
Αιτιατικήκαταιγιστικούςκαταιγιστικέςκαταιγιστικά
Κλητικήκαταιγιστικοίκαταιγιστικέςκαταιγιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →