κατακράτηση
•
- νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό
- νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακράτηση < ελληνιστική κοινή κατακράτησις < αρχαία ελληνική κατακρατέω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική détention / rétention )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κατακράτηση | κατακρατήσεις |
| Γενική | κατακράτησης | κατακρατήσεων |
| Αιτιατική | κατακράτηση | κατακρατήσεις |
| Κλητική | κατακράτηση | κατακρατήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →