Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατακράτηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό
  2. νομικός όροςη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό
  3. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του κατακρατώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατακράτηση < ελληνιστική κοινή κατακράτησις < αρχαία ελληνική κατακρατέω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική détention / rétention )

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατακράτησηκατακρατήσεις
Γενικήκατακράτησηςκατακρατήσεων
Αιτιατικήκατακράτησηκατακρατήσεις
Κλητικήκατακράτησηκατακρατήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →