κατακρατώ
•
- νομικός όροςκατέχω με παράνομο τρόπο κάτι που δεν μου ανήκει και δεν το αποδίδω Βικιλεξικό
- νομικός όροςεπιβάλλω περιορισμούς ή φυλακίζω Βικιλεξικό
- συγκρατώ διάφορες ουσίες, χωρίς να (μπορώ να) τις αποβάλλω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατακρατώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατακρατῶ, συνηρημένος τύπος του κατακρατέω < κατα- + κρατέω / κρατῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détenir / retenir)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατακρατάω / κατακρατώ | κατακρατάς / κατακρατείς / κατακρατείσαι | κατακρατά / κατακρατάει / κατακρατεί / κατακρατείται | κατακρατάμε / κατακρατούμε | κατακρατάτε / κατακρατείστε / κατακρατείτε | κατακρατάν / κατακρατάνε / κατακρατούν / κατακρατούνε |
| Παρατατικός | κατακρατούμουν / κατακρατούσα | κατακρατούσες / κατακρατούσουν | κατακρατούνταν / κατακρατούσε | κατακρατούμασταν / κατακρατούσαμε | κατακρατούσασταν / κατακρατούσαστε / κατακρατούσατε | κατακρατούνταν / κατακρατούσαν |
| Αόριστος | κατακράτησα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα κατακρατάω / θα κατακρατώ | θα κατακρατάς / θα κατακρατείς / θα κατακρατείσαι | θα κατακρατά / θα κατακρατάει / θα κατακρατεί / θα κατακρατείται | θα κατακρατάμε / θα κατακρατούμε | θα κατακρατάτε / θα κατακρατείστε / θα κατακρατείτε | θα κατακρατάν / θα κατακρατάνε / θα κατακρατούν / θα κατακρατούνε |
| Υποτακτική | να κατακρατάω / να κατακρατώ | να κατακρατάς / να κατακρατείς / να κατακρατείσαι | να κατακρατά / να κατακρατάει / να κατακρατεί / να κατακρατείται | να κατακρατάμε / να κατακρατούμε | να κατακρατάτε / να κατακρατείστε / να κατακρατείτε | να κατακρατάν / να κατακρατάνε / να κατακρατούν / να κατακρατούνε |
| Προστακτική | — | έχε κατακρατημένο / κατακράτα / κατακράταγε | — | — | έχετε κατακρατημένο / κατακρατάτε / κατακρατείστε / κατακρατείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατακρατιέμαι / κατακρατούμαι | — | — | κατακρατούμαστε | — | κατακρατούνται |
| Παρατατικός | — | — | — | κατακρατούμαστε | — | — |
| Αόριστος | κατακρατήθηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα κατακρατιέμαι / θα κατακρατούμαι | — | — | θα κατακρατούμαστε | — | θα κατακρατούνται |
| Υποτακτική | να κατακρατιέμαι / να κατακρατούμαι | — | — | να κατακρατούμαστε | — | να κατακρατούνται |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →