Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατανάλωση

/ka.taˈna.lo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του καταναλώνω, η αγορά και χρήση προϊόντων, υπηρεσιών Βικιλεξικό
    • Ζεύγος κωνικών φίμωτρων από καλάμι. Τις κατασκευές αποτελούν πλοχμοί, που συνδέονται στην κορυφή, αναπτύσσονται ακτινωτά και στερεώνονται σε δύο παράλληλα στεφάνια από το ίδιο υλικό, σχηματίζοντας αραιό πλέγμα. Τα αντικείμενα τοποθετούνταν στα υποζύγια (βόδια), ιδιαίτερα, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος για να αποτρέπονται από την κατανάλωση μεγάλης ποσότητας σιτηρών. (περιοδικό Αγρότης, τεύχος 457, έτος 68, Οκτώβριος - Δεκέμβριος 2012, σελ. 64 https://www.moa.gov.cy/moa/wdd/wdd.nsf/All/E12B994850CA71CCC22582950022ED89/$file/AGROTHS_Dec_2012.pdf?OpenElement)
    • Το ίδιο έγινε και στην περίπτωση της οδού Αγίας Σοφίας, όπου οι ιδιοκτήτες καταστημάτων έβλεπαν με καλό μάτι το διπλοπαρκάρισμα, καθώς θεωρούσαν –λανθασμένα– ότι αυτό ευνοούσε την κατανάλωση στα καταστήματά τους. (Λεωνίδας Μακρής, Άρης Δημοκίδης, Γιάννης Μπουτάρης: Η πολιτική αλλιώς, εκδ. Πατάκης, 2025)
  2. ξόδεμα, δαπάνη Βικιλεξικό
    • Η νέα ηλεκτρικη κουζίνα μου έχει μικρή κατανάλωση
  3. μεταφορικάη αποδοχή μιας προβαλλόμενης ιδέας που προορίζεται για να κατευνάσει ή να ικανοποιήσει συγκεκριμένη μερίδα πληθυσμού Βικιλεξικό
    • Αυτά δεν μπορούν να σταθούν σε διεθνείς συνδιασκέψεις -ο έλληνας πρωθυπουργός τα λέει για εσωτερική κατανάλωση

Ετυμολογία

κατανάλωση < (ελληνιστική κοινή) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική consommation)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατανάλωσηκαταναλώσεις
Γενικήκατανάλωσηςκαταναλώσεων
Αιτιατικήκατανάλωσηκαταναλώσεις
Κλητικήκατανάλωσηκαταναλώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →