κατανέμω
•
- μοιράζω, διαμοιράζω, διανέμω, καταμερίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατανέμω < αρχαία ελληνική κατανέμω < κατά + νέμω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατανέμω | κατανέμεις | κατανέμει | κατανέμουμε | κατανέμετε | κατανέμουν / κατανέμουνε |
| Παρατατικός | κατένεμα | κατένεμες | κατένεμε | κατανέμαμε | κατανέματε | κατένεμαν / κατανέμαν / κατανέμανε |
| Αόριστος | κατένειμα | κατένειμες | κατένειμε | κατανείμαμε | κατανείματε | κατένειμαν / κατανείμαν / κατανείμανε |
| Μέλλοντας | θα κατανέμω / θα κατανείμω | θα κατανέμεις / θα κατανείμεις | θα κατανέμει / θα κατανείμει | θα κατανέμουμε / θα κατανείμουμε | θα κατανέμετε / θα κατανείμετε | θα κατανέμουν / θα κατανέμουνε / θα κατανείμουν / θα κατανείμουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατανείμει | έχεις κατανείμει | έχει κατανείμει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατανείμει | είχες κατανείμει | είχε κατανείμει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατανείμει / να κατανέμω / να κατανείμω | να έχεις κατανείμει / να κατανέμεις / να κατανείμεις | να έχει κατανείμει / να κατανέμει / να κατανείμει | να κατανέμουμε / να κατανείμουμε | να κατανέμετε / να κατανείμετε | να κατανέμουν / να κατανέμουνε / να κατανείμουν / να κατανείμουνε |
| Προστακτική | — | έχε κατανεμημένο / κατάνειμε / κατάνεμε | — | — | κατανέμετε / κατανείμτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →