υποχρεωτικός
•
- που επιβάλλεται από υποχρέωση ή από ανάγκη Βικιλεξικό
- που μας δημιουργεί το αίσθημα της υποχρέωσης, περιποιητικός, εξυπηρετικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
υποχρεωτικός < υποχρέωση + -τικός ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική obligatoire)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποχρεωτικός | υποχρεωτική | υποχρεωτικό |
| Γενική | υποχρεωτικού | υποχρεωτικής | υποχρεωτικού |
| Αιτιατική | υποχρεωτικό | υποχρεωτική | υποχρεωτικό |
| Κλητική | υποχρεωτικέ | υποχρεωτική | υποχρεωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | υποχρεωτικοί | υποχρεωτικές | υποχρεωτικά |
| Γενική | υποχρεωτικών | υποχρεωτικών | υποχρεωτικών |
| Αιτιατική | υποχρεωτικούς | υποχρεωτικές | υποχρεωτικά |
| Κλητική | υποχρεωτικοί | υποχρεωτικές | υποχρεωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →