κατανεύω
•
- λόγιοσυναινώ / συγκατατίθεμαι γνέφοντας με το κεφάλι μου προς τα κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατανεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατανεύω < κατα- + νεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατανεύω | κατανεύεις | κατανεύει | κατανεύουμε | κατανεύετε | κατανεύουν / κατανεύουνε |
| Παρατατικός | κατάνευα | κατάνευες | κατάνευε | κατανεύαμε | κατανεύατε | κατάνευαν / κατανεύαν / κατανεύανε |
| Αόριστος | κατάνευσα | κατάνευσες | κατάνευσε | κατανεύσαμε | κατανεύσατε | κατάνευσαν / κατανεύσαν / κατανεύσανε |
| Μέλλοντας | θα κατανεύσω / θα κατανεύω | θα κατανεύεις / θα κατανεύσεις | θα κατανεύει / θα κατανεύσει | θα κατανεύουμε / θα κατανεύσουμε | θα κατανεύετε / θα κατανεύσετε | θα κατανεύουν / θα κατανεύουνε / θα κατανεύσουν / θα κατανεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατανεύσει | έχεις κατανεύσει | έχει κατανεύσει | έχουμε κατανεύσει | έχετε κατανεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατανεύσει | είχες κατανεύσει | είχε κατανεύσει | είχαμε κατανεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατανεύσει / να κατανεύσω / να κατανεύω | να έχεις κατανεύσει / να κατανεύεις / να κατανεύσεις | να έχει κατανεύσει / να κατανεύει / να κατανεύσει | να έχουμε κατανεύσει / να κατανεύουμε / να κατανεύσουμε | να έχετε κατανεύσει / να κατανεύετε / να κατανεύσετε | να κατανεύουν / να κατανεύουνε / να κατανεύσουν / να κατανεύσουνε |
| Προστακτική | — | κατάνευε / κατάνευσε | — | — | κατανεύετε / κατανεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →