καταπίεση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του καταπιέζω, η συστηματική άσκηση εξωτερικής ή εσωτερικής πίεσης που περιορίζει την ελευθερία, τα δικαιώματα ή την αυθόρμητη έκφραση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, οδηγώντας σε ανισότητα, στέρηση ή ψυχική καταστολή Βικιλεξικό
- Η καταπίεση των μειονοτήτων από το καθεστώς οδήγησε σε κοινωνικές εντάσεις και εξεγέρσεις.
Ετυμολογία
καταπίεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή καταπίε(σις) + -ση < καταπιέζω < αρχαία ελληνική κατά + πιέζω ::σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oppression ::→ δείτε και κατα-, πίεση, πιέζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπίεση | καταπιέσεις |
| Γενική | καταπίεσης | καταπιέσεων |
| Αιτιατική | καταπίεση | καταπιέσεις |
| Κλητική | καταπίεση | καταπιέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →