καταπιέζω
•
- επιβάλλω σε κάποιον ή κάποιους τη θέλησή μου ή τις απόψεις μου με βίαιο και πιεστικό τρόπο, περιορίζοντας τις ελευθερίες ή τα δικαιώματά τους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπιέζω < ελληνιστική κοινή καταπιέζω < αρχαία ελληνική κατά + πιέζω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική opprimer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπιέζω | καταπιέζεις | καταπιέζει | καταπιέζουμε | καταπιέζετε | καταπιέζουν / καταπιέζουνε |
| Παρατατικός | καταπίεζα | καταπίεζες | καταπίεζε | καταπιέζαμε | καταπιέζατε | καταπίεζαν / καταπιέζαν / καταπιέζανε |
| Αόριστος | καταπίεσα | καταπίεσες | καταπίεσε | καταπιέσαμε | καταπιέσατε | καταπίεσαν / καταπιέσαν / καταπιέσανε |
| Μέλλοντας | θα καταπιέζω / θα καταπιέσω | θα καταπιέζεις / θα καταπιέσεις | θα καταπιέζει / θα καταπιέσει | θα καταπιέζουμε / θα καταπιέσουμε | θα καταπιέζετε / θα καταπιέσετε | θα καταπιέζουν / θα καταπιέζουνε / θα καταπιέσουν / θα καταπιέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπιέσει | έχεις καταπιέσει | έχει καταπιέσει | έχουμε καταπιέσει | έχετε καταπιέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπιέσει | είχες καταπιέσει | είχε καταπιέσει | είχαμε καταπιέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπιέσει / να καταπιέζω / να καταπιέσω | να έχεις καταπιέσει / να καταπιέζεις / να καταπιέσεις | να έχει καταπιέσει / να καταπιέζει / να καταπιέσει | να έχουμε καταπιέσει / να καταπιέζουμε / να καταπιέσουμε | να έχετε καταπιέσει / να καταπιέζετε / να καταπιέσετε | να καταπιέζουν / να καταπιέζουνε / να καταπιέσουν / να καταπιέσουνε |
| Προστακτική | — | καταπίεζε / καταπίεσε | — | — | καταπιέζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταπιέστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →