καταπιστευματοδόχος
•
- νομικός όροςείναι το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) στο οποίο μεταβιβάζεται μια περιουσία ή ένα αντικείμενο από ένα ιδιοκτήτη (διαθέτης) προς την αποκόμιση οφελών του τελευταίου ή τρίτου προσώπου (δικαιούχος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπιστευματοδόχος < καταπίστευμα + -δόχος (<δέχομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καταπιστευματοδόχος | καταπιστευματοδόχοι |
| Γενική | καταπιστευματοδόχου | καταπιστευματοδόχων |
| Αιτιατική | καταπιστευματοδόχο | καταπιστευματοδόχους |
| Κλητική | καταπιστευματοδόχε | καταπιστευματοδόχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →