καταπλήσσω
•
- αφήνω κάποιον έκθαμβο, να θαυμάζει για κάτι απρόοπτο και απρόβλεπτο (ευχάριστο ή δυσάρεστο) Βικιλεξικό
- Ωστόσο, αυτός ο τόσο δα Κλάους, κάποια στιγμή τους καταπλήσσει όλους, τιθασεύοντας ένα αφηνιασμένο άλογο σαν ο καλύτερος αναβάτης σε ροντέο του Τέξας! (Κώστας Σταματίου, Το βιβλίο και ο χρόνος: 1988-1991, εκδ. Καστανιώτη, 2004, σελ. 1154)
Ετυμολογία
καταπλήσσω < αρχαία ελληνική καταπλήσσω < κατά + πλήσσω / πλήττω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *pleh₂k- (πλήττω, χτυπώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπλήσσω | καταπλήσσεις | καταπλήσσει | καταπλήσσουμε | καταπλήσσετε | καταπλήσσουν / καταπλήσσουνε |
| Παρατατικός | κατέπλησσα | κατέπλησσες | κατέπλησσε | καταπλήσσαμε | καταπλήσσατε | κατέπλησσαν / καταπλήσσαν / καταπλήσσανε |
| Αόριστος | κατέπληξα | κατέπληξες | κατέπληξε | καταπλήξαμε | καταπλήξατε | κατέπληξαν / καταπλήξαν / καταπλήξανε |
| Μέλλοντας | θα καταπλήξω / θα καταπλήσσω | θα καταπλήξεις / θα καταπλήσσεις | θα καταπλήξει / θα καταπλήσσει | θα καταπλήξουμε / θα καταπλήσσουμε | θα καταπλήξετε / θα καταπλήσσετε | θα καταπλήξουν / θα καταπλήξουνε / θα καταπλήσσουν / θα καταπλήσσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπλήξει | έχεις καταπλήξει | έχει καταπλήξει | έχουμε καταπλήξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπλήξει | είχες καταπλήξει | είχε καταπλήξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπλήξει / να καταπλήξω / να καταπλήσσω | να έχεις καταπλήξει / να καταπλήξεις / να καταπλήσσεις | να έχει καταπλήξει / να καταπλήξει / να καταπλήσσει | να έχουμε καταπλήξει / να καταπλήξουμε / να καταπλήσσουμε | να καταπλήξετε / να καταπλήσσετε | να καταπλήξουν / να καταπλήξουνε / να καταπλήσσουν / να καταπλήσσουνε |
| Προστακτική | — | κατάπληξε / κατάπλησσε | — | — | καταπλήξτε / καταπλήσσετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →