καταπλακώνω
•
- πλακώνω εξ ολοκλήρου κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπλακώνω < μεσαιωνική ελληνική καταπλακώνω < κατά + πλακώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπλακώνω | καταπλακώνεις | καταπλακώνει | καταπλακώνουμε | καταπλακώνετε | καταπλακώνουν / καταπλακώνουνε |
| Παρατατικός | καταπλάκωνα | καταπλάκωνες | καταπλάκωνε | καταπλακώναμε | καταπλακώνατε | καταπλάκωναν / καταπλακώναν / καταπλακώνανε |
| Αόριστος | καταπλάκωσα | καταπλάκωσες | καταπλάκωσε | καταπλακώσαμε | καταπλακώσατε | καταπλάκωσαν / καταπλακώσαν / καταπλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταπλακώνω / θα καταπλακώσω | θα καταπλακώνεις / θα καταπλακώσεις | θα καταπλακώνει / θα καταπλακώσει | θα καταπλακώνουμε / θα καταπλακώσουμε | θα καταπλακώνετε / θα καταπλακώσετε | θα καταπλακώνουν / θα καταπλακώνουνε / θα καταπλακώσουν / θα καταπλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπλακώσει | έχεις καταπλακώσει | έχει καταπλακώσει | έχουμε καταπλακώσει | έχετε καταπλακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπλακώσει | είχες καταπλακώσει | είχε καταπλακώσει | είχαμε καταπλακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπλακώσει / να καταπλακώνω / να καταπλακώσω | να έχεις καταπλακώσει / να καταπλακώνεις / να καταπλακώσεις | να έχει καταπλακώσει / να καταπλακώνει / να καταπλακώσει | να έχουμε καταπλακώσει / να καταπλακώνουμε / να καταπλακώσουμε | να έχετε καταπλακώσει / να καταπλακώνετε / να καταπλακώσετε | να καταπλακώνουν / να καταπλακώνουνε / να καταπλακώσουν / να καταπλακώσουνε |
| Προστακτική | — | καταπλάκωνε / καταπλάκωσε | — | — | καταπλακώνετε / καταπλακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →