καταπονώ
•
- επιφέρω καταπόνηση Βικιλεξικό
- φυσικήεπιφέρω καταπόνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταπονώ < ελληνιστική κοινή καταπονέω / καταπονῶ < αρχαία ελληνική κατά + πονέω /πονῶ < πόνος (φυσική: (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική fatiguer)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταπονώ | καταπονείς | καταπονεί | καταπονούμε | καταπονείτε | καταπονούν / καταπονούνε |
| Παρατατικός | καταπονούσα | καταπονούσες | καταπονούσε | καταπονούσαμε | καταπονούσατε | καταπονούσαν / καταπονούσανε |
| Αόριστος | καταπόνησα | καταπόνησες | καταπόνησε | καταπονήσαμε | καταπονήσατε | καταπονήσαν / καταπονήσανε / καταπόνησαν |
| Μέλλοντας | θα καταπονήσω / θα καταπονώ | θα καταπονήσεις / θα καταπονείς | θα καταπονήσει / θα καταπονεί | θα καταπονήσουμε / θα καταπονούμε | θα καταπονήσετε / θα καταπονείτε | θα καταπονήσουν / θα καταπονήσουνε / θα καταπονούν / θα καταπονούνε |
| Παρακείμενος | έχω καταπονήσει | έχεις καταπονήσει | έχει καταπονήσει | έχουμε καταπονήσει | έχετε καταπονήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταπονήσει | είχες καταπονήσει | είχε καταπονήσει | είχαμε καταπονήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταπονήσει / να καταπονήσω / να καταπονώ | να έχεις καταπονήσει / να καταπονήσεις / να καταπονείς | να έχει καταπονήσει / να καταπονήσει / να καταπονεί | να έχουμε καταπονήσει / να καταπονήσουμε / να καταπονούμε | να έχετε καταπονήσει / να καταπονήσετε / να καταπονείτε | να καταπονήσουν / να καταπονήσουνε / να καταπονούν / να καταπονούνε |
| Προστακτική | — | καταπόνει / καταπόνησε | — | — | καταπονήστε / καταπονείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →