Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καταπόδας

επίρρημα
•
  1. πίσω από κάποιον ή κάτι που κινείται και σε μικρή απόσταση απ’ αυτό(ν) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καταπόδας < αρχαία ελληνική κατά πόδας

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →