καταρρακώνω
•
- κάνω κάποιον «ράκος» ψυχικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- κάνω κάποιον «ράκος» ψυχικά ή ηθικά Βικιλεξικό
- κάνω κάποιον «ράκος» ψυχικά ή ηθικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταρρακώνω < αρχαία ελληνική καταρρακόω / καταρρακῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταρρακώνω | καταρρακώνεις | καταρρακώνει | καταρρακώνουμε | καταρρακώνετε | καταρρακώνουν / καταρρακώνουνε |
| Παρατατικός | καταρράκωνα | καταρράκωνες | καταρράκωνε | καταρρακώναμε | καταρρακώνατε | καταρράκωναν / καταρρακώναν / καταρρακώνανε |
| Αόριστος | καταρράκωσα | καταρράκωσες | καταρράκωσε | καταρρακώσαμε | καταρρακώσατε | καταρράκωσαν / καταρρακώσαν / καταρρακώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταρρακώνω / θα καταρρακώσω | θα καταρρακώνεις / θα καταρρακώσεις | θα καταρρακώνει / θα καταρρακώσει | θα καταρρακώνουμε / θα καταρρακώσουμε | θα καταρρακώνετε / θα καταρρακώσετε | θα καταρρακώνουν / θα καταρρακώνουνε / θα καταρρακώσουν / θα καταρρακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταρρακώσει | έχεις καταρρακώσει | έχει καταρρακώσει | έχουμε καταρρακώσει | έχετε καταρρακώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταρρακώσει | είχες καταρρακώσει | είχε καταρρακώσει | είχαμε καταρρακώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταρρακώσει / να καταρρακώνω / να καταρρακώσω | να έχεις καταρρακώσει / να καταρρακώνεις / να καταρρακώσεις | να έχει καταρρακώσει / να καταρρακώνει / να καταρρακώσει | να έχουμε καταρρακώσει / να καταρρακώνουμε / να καταρρακώσουμε | να έχετε καταρρακώσει / να καταρρακώνετε / να καταρρακώσετε | να καταρρακώνουν / να καταρρακώνουνε / να καταρρακώσουν / να καταρρακώσουνε |
| Προστακτική | — | καταρράκωνε / καταρράκωσε | — | — | καταρρακώνετε / καταρρακώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →