Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασιγαστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την κατασίγαση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασιγαστικός < κατασιγάζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασιγαστικόςκατασιγαστικήκατασιγαστικό
Γενικήκατασιγαστικούκατασιγαστικήςκατασιγαστικού
Αιτιατικήκατασιγαστικόκατασιγαστικήκατασιγαστικό
Κλητικήκατασιγαστικέκατασιγαστικήκατασιγαστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατασιγαστικοίκατασιγαστικέςκατασιγαστικά
Γενικήκατασιγαστικώνκατασιγαστικώνκατασιγαστικών
Αιτιατικήκατασιγαστικούςκατασιγαστικέςκατασιγαστικά
Κλητικήκατασιγαστικοίκατασιγαστικέςκατασιγαστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →