κατασιγαστικός
•
- που έχει σχέση με την κατασίγαση ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασιγαστικός < κατασιγάζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασιγαστικός | κατασιγαστική | κατασιγαστικό |
| Γενική | κατασιγαστικού | κατασιγαστικής | κατασιγαστικού |
| Αιτιατική | κατασιγαστικό | κατασιγαστική | κατασιγαστικό |
| Κλητική | κατασιγαστικέ | κατασιγαστική | κατασιγαστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κατασιγαστικοί | κατασιγαστικές | κατασιγαστικά |
| Γενική | κατασιγαστικών | κατασιγαστικών | κατασιγαστικών |
| Αιτιατική | κατασιγαστικούς | κατασιγαστικές | κατασιγαστικά |
| Κλητική | κατασιγαστικοί | κατασιγαστικές | κατασιγαστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →