κατασιγάζω
•
- μεταβατικόελαττώνω την ένταση ενός (συν)αισθήματος Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι ηπιότερος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασιγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατασιγάζω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική faire taire. Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + σιγάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασιγάζω | κατασιγάζεις | κατασιγάζει | κατασιγάζουμε | κατασιγάζετε | κατασιγάζουν / κατασιγάζουνε |
| Παρατατικός | κατασίγαζα / κατασιγαζόμουνα | κατασίγαζες | κατασίγαζε | κατασιγάζαμε | κατασιγάζατε | κατασίγαζαν / κατασιγάζαν / κατασιγάζανε |
| Αόριστος | κατασίγασα | κατασίγασες | κατασίγασε | κατασιγάσαμε | κατασιγάσατε | κατασίγασαν / κατασιγάσαν / κατασιγάσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασιγάζω / θα κατασιγάσω / θα κατασιγαστώ | θα κατασιγάζεις / θα κατασιγάσεις | θα κατασιγάζει / θα κατασιγάσει | θα κατασιγάζουμε / θα κατασιγάσουμε | θα κατασιγάζετε / θα κατασιγάσετε | θα κατασιγάζουν / θα κατασιγάζουνε / θα κατασιγάσουν / θα κατασιγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασιγάσει | έχεις κατασιγάσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασιγάσει | είχες κατασιγάσει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασιγάσει / να κατασιγάζω / να κατασιγάσω / να κατασιγαστώ | να έχεις κατασιγάσει / να κατασιγάζεις / να κατασιγάσεις | να κατασιγάζει / να κατασιγάσει | να κατασιγάζουμε / να κατασιγάσουμε | να κατασιγάζετε / να κατασιγάσετε | να κατασιγάζουν / να κατασιγάζουνε / να κατασιγάσουν / να κατασιγάσουνε |
| Προστακτική | — | κατασίγαζε / κατασίγασε | — | — | κατασιγάζετε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασιγάζομαι | — | — | — | — | — |
| Παρατατικός | κατασιγαζόμουν | — | — | — | — | — |
| Αόριστος | κατασιγάστηκα | — | — | — | — | — |
| Μέλλοντας | θα κατασιγάζομαι | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να κατασιγάζομαι | — | — | — | — | — |
| Προστακτική | — | — | — | — | κατασιγάστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →