Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασιγάζω

/ka.ta.siˈɣa.zo/ρήμα
•
  1. μεταβατικόελαττώνω την ένταση ενός (συν)αισθήματος Βικιλεξικό
  2. αμετάβατογίνομαι ηπιότερος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασιγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατασιγάζω, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική faire taire. Μορφολογικά αναλύεται σε κατα- + σιγάζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατασιγάζωκατασιγάζειςκατασιγάζεικατασιγάζουμεκατασιγάζετεκατασιγάζουν / κατασιγάζουνε
Παρατατικόςκατασίγαζα / κατασιγαζόμουνακατασίγαζεςκατασίγαζεκατασιγάζαμεκατασιγάζατεκατασίγαζαν / κατασιγάζαν / κατασιγάζανε
Αόριστοςκατασίγασακατασίγασεςκατασίγασεκατασιγάσαμεκατασιγάσατεκατασίγασαν / κατασιγάσαν / κατασιγάσανε
Μέλλονταςθα κατασιγάζω / θα κατασιγάσω / θα κατασιγαστώθα κατασιγάζεις / θα κατασιγάσειςθα κατασιγάζει / θα κατασιγάσειθα κατασιγάζουμε / θα κατασιγάσουμεθα κατασιγάζετε / θα κατασιγάσετεθα κατασιγάζουν / θα κατασιγάζουνε / θα κατασιγάσουν / θα κατασιγάσουνε
Παρακείμενοςέχω κατασιγάσειέχεις κατασιγάσει————
Υπερσυντέλικοςείχα κατασιγάσειείχες κατασιγάσει————
Υποτακτικήνα έχω κατασιγάσει / να κατασιγάζω / να κατασιγάσω / να κατασιγαστώνα έχεις κατασιγάσει / να κατασιγάζεις / να κατασιγάσειςνα κατασιγάζει / να κατασιγάσεινα κατασιγάζουμε / να κατασιγάσουμενα κατασιγάζετε / να κατασιγάσετενα κατασιγάζουν / να κατασιγάζουνε / να κατασιγάσουν / να κατασιγάσουνε
Προστακτική—κατασίγαζε / κατασίγασε——κατασιγάζετε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατασιγάζομαι—————
Παρατατικόςκατασιγαζόμουν—————
Αόριστοςκατασιγάστηκα—————
Μέλλονταςθα κατασιγάζομαι—————
Υποτακτικήνα κατασιγάζομαι—————
Προστακτική————κατασιγάστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →