Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιγή

/siˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η έλλειψη ήχου ή θορύβου Βικιλεξικό
    • ...ανάγνωσε τα ονόματα των θυμάτων... και ακολούθησε ενός λεπτού σιγή (εφημερίδα Το Βήμα, 17 Νοεμβρίου 2009)

Ετυμολογία

σιγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σιγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιγήσιγές
Γενικήσιγήςσιγών
Αιτιατικήσιγήσιγές
Κλητικήσιγήσιγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →