Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασκευή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δημιουργία, φτιάξιμο, σύνθεση ενός πράγματος Βικιλεξικό
    • Η ξυλοναυπηγική (ή παραδοσιακή ναυπηγική) είναι η χειροτεχνική κατασκευή σκάφους από φυσική ξυλεία (σύλληψη, σχεδίαση, κατασκευή, εξοπλισμός, διακόσμηση), καθώς και οι πολιτισμικές πρακτικές και αντιλήψεις που την πλαισιώνουν.
    • χαρακτηριστική είναι η αναφορά του στο υλικό κατασκευής του κτιρίου, τραβερτίνης καλής ποιότητας που θυμίζει τον ιταλικό. (Ludwig Ross και η Ελλάδα, πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου, Αθήνα, 2-3 Οκτωβρίου 2002, Verlag Marie Leidorf, 2005, σελ. 195)
  2. μεταφορικάτέχνασμα, επινόηση, μηχανορραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασκευή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατασκευή < κατα- + σκευή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατασκευήκατασκευές
Γενικήκατασκευήςκατασκευών
Αιτιατικήκατασκευήκατασκευές
Κλητικήκατασκευήκατασκευές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →