προκατασκευή
•
- η κατασκευή εκ των προτέρων Βικιλεξικό
- οικοδομικήη κατασκευή μέρους ενός κτηρίου στις εγκαταστάσεις μιας εταιρείας, ώστε να μεταφερθεί και να τοποθετηθεί έτοιμο στον τόπο της τελικής του εγκατάστασης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
προκατασκευή < ελληνιστική κοινή προκατασκευή < αρχαία ελληνική πρό + κατασκευή ::(σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική prefabrication ή σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική préfabrication )
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | προκατασκευή | προκατασκευές |
| Γενική | προκατασκευής | προκατασκευών |
| Αιτιατική | προκατασκευή | προκατασκευές |
| Κλητική | προκατασκευή | προκατασκευές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →