κατασκονίζω
•
- σκονίζω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασκονίζω < κατα- + σκονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασκονίζω | κατασκονίζεις | κατασκονίζει | κατασκονίζουμε | κατασκονίζετε | κατασκονίζουν / κατασκονίζουνε |
| Παρατατικός | κατασκόνιζα | κατασκόνιζες | κατασκόνιζε | κατασκονίζαμε | κατασκονίζατε | κατασκονίζαν / κατασκονίζανε / κατασκόνιζαν |
| Αόριστος | κατασκόνισα | κατασκόνισες | κατασκόνισε | κατασκονίσαμε | κατασκονίσατε | κατασκονίσαν / κατασκονίσανε / κατασκόνισαν |
| Μέλλοντας | θα κατασκονίζω / θα κατασκονίσω | θα κατασκονίζεις / θα κατασκονίσεις | θα κατασκονίζει / θα κατασκονίσει | θα κατασκονίζουμε / θα κατασκονίσουμε | θα κατασκονίζετε / θα κατασκονίσετε | θα κατασκονίζουν / θα κατασκονίζουνε / θα κατασκονίσουν / θα κατασκονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασκονίσει | έχεις κατασκονίσει | έχει κατασκονίσει | έχουμε κατασκονίσει | έχετε κατασκονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασκονίσει | είχες κατασκονίσει | είχε κατασκονίσει | είχαμε κατασκονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασκονίσει / να κατασκονίζω / να κατασκονίσω | να έχεις κατασκονίσει / να κατασκονίζεις / να κατασκονίσεις | να έχει κατασκονίσει / να κατασκονίζει / να κατασκονίσει | να έχουμε κατασκονίσει / να κατασκονίζουμε / να κατασκονίσουμε | να έχετε κατασκονίσει / να κατασκονίζετε / να κατασκονίσετε | να κατασκονίζουν / να κατασκονίζουνε / να κατασκονίσουν / να κατασκονίσουνε |
| Προστακτική | — | κατασκόνιζε / κατασκόνισε | — | — | κατασκονίζετε / κατασκονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →