σκονίζω
•
- γεμίζω (λερώνω) κάποιον ή κάτι με σκόνη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκονίζω < σκόνη + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκονίζω | σκονίζεις | σκονίζει | σκονίζουμε | σκονίζετε | σκονίζουν / σκονίζουνε |
| Παρατατικός | σκόνιζα | σκόνιζες | σκόνιζε | σκονίζαμε | σκονίζατε | σκονίζαν / σκονίζανε / σκόνιζαν |
| Αόριστος | σκόνισα | σκόνισες | σκόνισε | σκονίσαμε | σκονίσατε | σκονίσαν / σκονίσανε / σκόνισαν |
| Μέλλοντας | θα σκονίζω / θα σκονίσω | θα σκονίζεις / θα σκονίσεις | θα σκονίζει / θα σκονίσει | θα σκονίζουμε / θα σκονίσουμε | θα σκονίζετε / θα σκονίσετε | θα σκονίζουν / θα σκονίζουνε / θα σκονίσουν / θα σκονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκονίσει | έχεις σκονίσει | έχει σκονίσει | έχουμε σκονίσει | έχετε σκονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκονίσει | είχες σκονίσει | είχε σκονίσει | είχαμε σκονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκονίσει / να σκονίζω / να σκονίσω | να έχεις σκονίσει / να σκονίζεις / να σκονίσεις | να έχει σκονίσει / να σκονίζει / να σκονίσει | να έχουμε σκονίσει / να σκονίζουμε / να σκονίσουμε | να έχετε σκονίσει / να σκονίζετε / να σκονίσετε | να σκονίζουν / να σκονίζουνε / να σκονίσουν / να σκονίσουνε |
| Προστακτική | — | σκόνιζε / σκόνισε | — | — | σκονίζετε / σκονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →