Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατασταλάζω

/ka.ta.staˈla.zo/ρήμα
•
  1. για υγρά ή για ουσίες που διαλύονται σε υγρόπέφτω σταγόνα-σταγόνα και επικάθομαι σε κατώτερο σημείο Βικιλεξικό
  2. για υγράγίνομαι καθαρός, καθώς τα ξένα σώματα που περιέχω σταδιακά κατακάθονται Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκαταλήγω σε αποφάσεις, ξεκαθαρίζω τα αισθήματα και τις απόψεις μου, οι σκέψεις και τα συναισθήματά μου παίρνουν μια οριστική μορφή Βικιλεξικό
    • Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
  4. καταλήγω να εγκατασταθώ μόνιμα κάπου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατασταλάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατασταλάζω < κατα- + σταλάζω < αρχαία ελληνική σταλάσσω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκατασταλάζωκατασταλάζειςκατασταλάζεικατασταλάζουμεκατασταλάζετεκατασταλάζουν / κατασταλάζουνε
Παρατατικόςκαταστάλαζακαταστάλαζεςκαταστάλαζεκατασταλάζαμεκατασταλάζατεκαταστάλαζαν / κατασταλάζαν / κατασταλάζανε
Αόριστοςκαταστάλαξακαταστάλαξεςκαταστάλαξεκατασταλάξαμεκατασταλάξατεκαταστάλαξαν / κατασταλάξαν / κατασταλάξανε
Μέλλονταςθα κατασταλάζω / θα κατασταλάξωθα κατασταλάζεις / θα κατασταλάξειςθα κατασταλάζει / θα κατασταλάξειθα κατασταλάζουμε / θα κατασταλάξουμεθα κατασταλάζετε / θα κατασταλάξετεθα κατασταλάζουν / θα κατασταλάζουνε / θα κατασταλάξουν / θα κατασταλάξουνε
Παρακείμενοςέχω κατασταλάξειέχεις κατασταλάξειέχει κατασταλάξειέχουμε κατασταλάξειέχετε κατασταλάξει—
Υπερσυντέλικοςείχα κατασταλάξειείχες κατασταλάξειείχε κατασταλάξειείχαμε κατασταλάξει——
Υποτακτικήνα έχω κατασταλάξει / να κατασταλάζω / να κατασταλάξωνα έχεις κατασταλάξει / να κατασταλάζεις / να κατασταλάξειςνα έχει κατασταλάξει / να κατασταλάζει / να κατασταλάξεινα έχουμε κατασταλάξει / να κατασταλάζουμε / να κατασταλάξουμενα έχετε κατασταλάξει / να κατασταλάζετε / να κατασταλάξετενα κατασταλάζουν / να κατασταλάζουνε / να κατασταλάξουν / να κατασταλάξουνε
Προστακτική—καταστάλαζε / καταστάλαξε——κατασταλάζετε / κατασταλάξτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →