κατασταλάζω
•
- για υγρά ή για ουσίες που διαλύονται σε υγρόπέφτω σταγόνα-σταγόνα και επικάθομαι σε κατώτερο σημείο Βικιλεξικό
- για υγράγίνομαι καθαρός, καθώς τα ξένα σώματα που περιέχω σταδιακά κατακάθονται Βικιλεξικό
- μεταφορικάκαταλήγω σε αποφάσεις, ξεκαθαρίζω τα αισθήματα και τις απόψεις μου, οι σκέψεις και τα συναισθήματά μου παίρνουν μια οριστική μορφή Βικιλεξικό
- Γύρισε τα ζωοπάζαρα της περιοχής, ερεύνησε την αγορά, συμβουλεύτηκε παλιούς τζαμπάζηδες και καταστάλαξε σε είκοσι καμήλες, θηλυκές κι αρσενικές και δυο κοντά άλογα, ντόπια και σκληραγωγημένα. Εκεί στο χαϊβάν-παζάρ της Προύσας γνώρισε κάποιον αγά, ένα καλοσυνάτο γέρο έμπορο, που' χε αποκάμει στο πηγαινέλα στην αραπιά, με καραβάνια σαν κι αυτό που σχεδίαζε ο Ζαφείρης (Ζαφείριος Μέκος, Ριζώσαμε στην Κομοτηνή, εκδ. Ηρόδοτος, 2002, σελ. 27
- καταλήγω να εγκατασταθώ μόνιμα κάπου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασταλάζω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κατασταλάζω < κατα- + σταλάζω < αρχαία ελληνική σταλάσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασταλάζω | κατασταλάζεις | κατασταλάζει | κατασταλάζουμε | κατασταλάζετε | κατασταλάζουν / κατασταλάζουνε |
| Παρατατικός | καταστάλαζα | καταστάλαζες | καταστάλαζε | κατασταλάζαμε | κατασταλάζατε | καταστάλαζαν / κατασταλάζαν / κατασταλάζανε |
| Αόριστος | καταστάλαξα | καταστάλαξες | καταστάλαξε | κατασταλάξαμε | κατασταλάξατε | καταστάλαξαν / κατασταλάξαν / κατασταλάξανε |
| Μέλλοντας | θα κατασταλάζω / θα κατασταλάξω | θα κατασταλάζεις / θα κατασταλάξεις | θα κατασταλάζει / θα κατασταλάξει | θα κατασταλάζουμε / θα κατασταλάξουμε | θα κατασταλάζετε / θα κατασταλάξετε | θα κατασταλάζουν / θα κατασταλάζουνε / θα κατασταλάξουν / θα κατασταλάξουνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασταλάξει | έχεις κατασταλάξει | έχει κατασταλάξει | έχουμε κατασταλάξει | έχετε κατασταλάξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασταλάξει | είχες κατασταλάξει | είχε κατασταλάξει | είχαμε κατασταλάξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασταλάξει / να κατασταλάζω / να κατασταλάξω | να έχεις κατασταλάξει / να κατασταλάζεις / να κατασταλάξεις | να έχει κατασταλάξει / να κατασταλάζει / να κατασταλάξει | να έχουμε κατασταλάξει / να κατασταλάζουμε / να κατασταλάξουμε | να έχετε κατασταλάξει / να κατασταλάζετε / να κατασταλάξετε | να κατασταλάζουν / να κατασταλάζουνε / να κατασταλάξουν / να κατασταλάξουνε |
| Προστακτική | — | καταστάλαζε / καταστάλαξε | — | — | κατασταλάζετε / κατασταλάξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →