κατασυγκινώ
•
- συγκινώ πάρα πολύ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατασυγκινώ < κατά + συγκινώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κατασυγκινώ | κατασυγκινείς | κατασυγκινεί | κατασυγκινούμε | κατασυγκινείτε | κατασυγκινούν / κατασυγκινούνε |
| Παρατατικός | κατασυγκινούσα | κατασυγκινούσες | κατασυγκινούσε | κατασυγκινούσαμε | κατασυγκινούσατε | κατασυγκινούσαν / κατασυγκινούσανε |
| Αόριστος | κατασυγκίνησα | κατασυγκίνησες | κατασυγκίνησε | κατασυγκινήσαμε | κατασυγκινήσατε | κατασυγκίνησαν / κατασυγκινήσαν / κατασυγκινήσανε |
| Μέλλοντας | θα κατασυγκινήσω / θα κατασυγκινώ | θα κατασυγκινήσεις / θα κατασυγκινείς | θα κατασυγκινήσει / θα κατασυγκινεί | θα κατασυγκινήσουμε / θα κατασυγκινούμε | θα κατασυγκινήσετε / θα κατασυγκινείτε | θα κατασυγκινήσουν / θα κατασυγκινήσουνε / θα κατασυγκινούν / θα κατασυγκινούνε |
| Παρακείμενος | έχω κατασυγκινήσει | έχεις κατασυγκινήσει | έχει κατασυγκινήσει | έχουμε κατασυγκινήσει | έχετε κατασυγκινήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κατασυγκινήσει | είχες κατασυγκινήσει | είχε κατασυγκινήσει | είχαμε κατασυγκινήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κατασυγκινήσει / να κατασυγκινήσω / να κατασυγκινώ | να έχεις κατασυγκινήσει / να κατασυγκινήσεις / να κατασυγκινείς | να έχει κατασυγκινήσει / να κατασυγκινήσει / να κατασυγκινεί | να έχουμε κατασυγκινήσει / να κατασυγκινήσουμε / να κατασυγκινούμε | να έχετε κατασυγκινήσει / να κατασυγκινήσετε / να κατασυγκινείτε | να κατασυγκινήσουν / να κατασυγκινήσουνε / να κατασυγκινούν / να κατασυγκινούνε |
| Προστακτική | — | κατασυγκίνει / κατασυγκίνησε | — | — | κατασυγκινήστε / κατασυγκινείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →