κατατρώγω
•
- τρώω κάτι τελείως, το τρώω όλο Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηκαταστρέφω Βικιλεξικό
- μεταφορικάσπαταλώ Βικιλεξικό
- μεταφορικάκάνω κάποιον να υποφέρει, βασανίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κατατρώγω < μεσαιωνική ελληνική κατατρώγω < κατά + τρώγω
Άλλοι τύποι
κατατρώγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →