καταυγάζω
•
- κυριολεκτικάφωτίζω σε μεγάλη έκταση, άπλετα Βικιλεξικό
- μεταφορικάακτινοβολώ, φωτίζω σε πνευματικό επίπεδο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταυγάζω < αρχαία ελληνική καταυγάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταυγάζω | καταυγάζεις | καταυγάζει | καταυγάζουμε | καταυγάζετε | καταυγάζουν / καταυγάζουνε |
| Παρατατικός | καταύγαζα | καταύγαζες | καταύγαζε | καταυγάζαμε | καταυγάζατε | καταυγάζαν / καταυγάζανε / καταύγαζαν |
| Αόριστος | καταύγασα | καταύγασες | καταύγασε | καταυγάσαμε | καταυγάσατε | καταυγάσαν / καταυγάσανε / καταύγασαν |
| Μέλλοντας | θα καταυγάζω / θα καταυγάσω | θα καταυγάζεις / θα καταυγάσεις | θα καταυγάζει / θα καταυγάσει | θα καταυγάζουμε / θα καταυγάσουμε | θα καταυγάζετε / θα καταυγάσετε | θα καταυγάζουν / θα καταυγάζουνε / θα καταυγάσουν / θα καταυγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταυγάσει | έχεις καταυγάσει | έχει καταυγάσει | έχουμε καταυγάσει | έχετε καταυγάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταυγάσει | είχες καταυγάσει | είχε καταυγάσει | είχαμε καταυγάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταυγάσει / να καταυγάζω / να καταυγάσω | να έχεις καταυγάσει / να καταυγάζεις / να καταυγάσεις | να έχει καταυγάσει / να καταυγάζει / να καταυγάσει | να έχουμε καταυγάσει / να καταυγάζουμε / να καταυγάσουμε | να έχετε καταυγάσει / να καταυγάζετε / να καταυγάσετε | να καταυγάζουν / να καταυγάζουνε / να καταυγάσουν / να καταυγάσουνε |
| Προστακτική | — | καταύγαζε / καταύγασε | — | — | καταυγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταυγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →