αυγάζω
•
- λόγιοφωτίζω, λάμπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αυγάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική αὐγάζω < αὐγή
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αυγάζω | αυγάζεις | αυγάζει | αυγάζουμε | αυγάζετε | αυγάζουν / αυγάζουνε |
| Παρατατικός | αύγαζα | αύγαζες | αύγαζε | αυγάζαμε | αυγάζατε | αυγάζαν / αυγάζανε / αύγαζαν |
| Αόριστος | αύγασα | αύγασες | αύγασε | αυγάσαμε | αυγάσατε | αυγάσαν / αυγάσανε / αύγασαν |
| Μέλλοντας | θα αυγάζω / θα αυγάσω | θα αυγάζεις / θα αυγάσεις | θα αυγάζει / θα αυγάσει | θα αυγάζουμε / θα αυγάσουμε | θα αυγάζετε / θα αυγάσετε | θα αυγάζουν / θα αυγάζουνε / θα αυγάσουν / θα αυγάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αυγάσει | έχεις αυγάσει | έχει αυγάσει | έχουμε αυγάσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αυγάσει | είχες αυγάσει | είχε αυγάσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αυγάσει / να αυγάζω / να αυγάσω | να έχεις αυγάσει / να αυγάζεις / να αυγάσεις | να έχει αυγάσει / να αυγάζει / να αυγάσει | να έχουμε αυγάσει / να αυγάζουμε / να αυγάσουμε | να αυγάζετε / να αυγάσετε | να αυγάζουν / να αυγάζουνε / να αυγάσουν / να αυγάσουνε |
| Προστακτική | — | αύγαζε / αύγασε | — | — | αυγάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αυγάστηκααυγάζομαιαυγάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →