καταχώνω
•
- χώνω κάτι σε μεγάλο βάθος (στη γη) (σκεπάζοντάς το από πάνω) Βικιλεξικό
- καταχωνιάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταχώνω < μεσαιωνική ελληνική καταχώνω < αρχαία ελληνική καταχώννυμι < κατά + χώννυμι < χόω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵʰew- (χύνω)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταχώνω | καταχώνεις | καταχώνει | καταχώνουμε | καταχώνετε | καταχώνουν / καταχώνουνε |
| Παρατατικός | κατάχωνα | κατάχωνες | κατάχωνε | καταχώναμε | καταχώνατε | κατάχωναν / καταχώναν / καταχώνανε |
| Αόριστος | κατάχωσα | κατάχωσες | κατάχωσε | καταχώσαμε | καταχώσατε | κατάχωσαν / καταχώσαν / καταχώσανε |
| Μέλλοντας | θα καταχώνω / θα καταχώσω | θα καταχώνεις / θα καταχώσεις | θα καταχώνει / θα καταχώσει | θα καταχώνουμε / θα καταχώσουμε | θα καταχώνετε / θα καταχώσετε | θα καταχώνουν / θα καταχώνουνε / θα καταχώσουν / θα καταχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταχώσει | έχεις καταχώσει | έχει καταχώσει | έχουμε καταχώσει | έχετε καταχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταχώσει | είχες καταχώσει | είχε καταχώσει | είχαμε καταχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταχώσει / να καταχώνω / να καταχώσω | να έχεις καταχώσει / να καταχώνεις / να καταχώσεις | να έχει καταχώσει / να καταχώνει / να καταχώσει | να έχουμε καταχώσει / να καταχώνουμε / να καταχώσουμε | να έχετε καταχώσει / να καταχώνετε / να καταχώσετε | να καταχώνουν / να καταχώνουνε / να καταχώσουν / να καταχώσουνε |
| Προστακτική | — | κατάχωνε / κατάχωσε | — | — | καταχώνετε / καταχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →