καταψηφίζω
•
- πολιτικήψηφίζω εναντίον κάποιου, δίνω αρνητική ψήφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταψηφίζω < αρχαία ελληνική καταψηφίζομαι < ψῆφος ((σημασιολογικό δάνειο) (γαλλικά voter contre)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταψηφίζω | καταψηφίζεις | καταψηφίζει | καταψηφίζουμε | καταψηφίζετε | καταψηφίζουν / καταψηφίζουνε |
| Παρατατικός | καταψήφιζα | καταψήφιζες | καταψήφιζε | καταψηφίζαμε | καταψηφίζατε | καταψήφιζαν / καταψηφίζαν / καταψηφίζανε |
| Αόριστος | καταψήφισα | καταψήφισες | καταψήφισε | καταψηφίσαμε | καταψηφίσατε | καταψήφισαν / καταψηφίσαν / καταψηφίσανε |
| Μέλλοντας | θα καταψηφίζω / θα καταψηφίσω | θα καταψηφίζεις / θα καταψηφίσεις | θα καταψηφίζει / θα καταψηφίσει | θα καταψηφίζουμε / θα καταψηφίσουμε | θα καταψηφίζετε / θα καταψηφίσετε | θα καταψηφίζουν / θα καταψηφίζουνε / θα καταψηφίσουν / θα καταψηφίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταψηφίσει | έχεις καταψηφίσει | έχει καταψηφίσει | έχουμε καταψηφίσει | έχετε καταψηφίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταψηφίσει | είχες καταψηφίσει | είχε καταψηφίσει | είχαμε καταψηφίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταψηφίσει / να καταψηφίζω / να καταψηφίσω | να έχεις καταψηφίσει / να καταψηφίζεις / να καταψηφίσεις | να έχει καταψηφίσει / να καταψηφίζει / να καταψηφίσει | να έχουμε καταψηφίσει / να καταψηφίζουμε / να καταψηφίσουμε | να έχετε καταψηφίσει / να καταψηφίζετε / να καταψηφίσετε | να καταψηφίζουν / να καταψηφίζουνε / να καταψηφίσουν / να καταψηφίσουνε |
| Προστακτική | — | καταψήφιζε / καταψήφισε | — | — | καταψηφίζετε / καταψηφίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →