καταψύχω
•
- ψύχω σε μεγάλο βαθμό Βικιλεξικό
- υποβάλλω σε κατάψυξη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καταψύχω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική καταψύχω < κατα- + ψύχω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική réfrigérer)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καταψύχω | καταψύχεις | καταψύχει | καταψύχουμε | καταψύχετε | καταψύχουν / καταψύχουνε |
| Παρατατικός | κατέψυχα | κατέψυχες | κατέψυχε | καταψύχαμε | καταψύχατε | κατέψυχαν / καταψύχαν / καταψύχανε |
| Αόριστος | κατέψυξα | κατέψυξες | κατέψυξε | καταψύξαμε | καταψύξατε | κατέψυξαν / καταψύξαν / καταψύξανε |
| Μέλλοντας | θα καταψύξω / θα καταψύχω | θα καταψύξεις / θα καταψύχεις | θα καταψύξει / θα καταψύχει | θα καταψύξουμε / θα καταψύχουμε | θα καταψύξετε / θα καταψύχετε | θα καταψύξουν / θα καταψύξουνε / θα καταψύχουν / θα καταψύχουνε |
| Παρακείμενος | έχω καταψύξει | έχεις καταψύξει | έχει καταψύξει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καταψύξει | είχες καταψύξει | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καταψύξει / να καταψύξω / να καταψύχω | να έχεις καταψύξει / να καταψύξεις / να καταψύχεις | να έχει καταψύξει / να καταψύξει / να καταψύχει | να καταψύξουμε / να καταψύχουμε | να καταψύξετε / να καταψύχετε | να καταψύξουν / να καταψύξουνε / να καταψύχουν / να καταψύχουνε |
| Προστακτική | — | κατάψυξε / κατάψυχε | — | — | καταψύξτε / καταψύχετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
καταψύχθηκακαταψύχομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →