Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατοικιά

/ka.tiˈca/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ιδιωματικόο στάβλος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατοικιά < κατοικ(ία) + -ιά με συνίζηση στην κατάληξη • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατοικιάκατοικιές
Γενικήκατοικιάςκατοικιών
Αιτιατικήκατοικιάκατοικιές
Κλητικήκατοικιάκατοικιές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

κατοικία

/ka.tiˈci.a/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιείται για διαμονή Βικιλεξικό
    • οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι ο Όλυμπος ήταν κατοικία των θεών
    • μου λέτε σας παρακαλώ τη διεύθυνση της κατοικίας σας;
    • δεν επιδοτούνται τα δάνεια για αγορά δεύτερης κατοικίας

Ετυμολογία

κατοικία < ελληνιστική κοινή κατοικία (αρχαία ελληνική σημασία: τρόπος διαμονής)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκατοικίακατοικίες
Γενικήκατοικίαςκατοικιών
Αιτιατικήκατοικίακατοικίες
Κλητικήκατοικίακατοικίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →