Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κατοπινός

/ka.to.piˈnos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ακουλουθεί χρονικά Βικιλεξικό
    • τα κατοπινά χρόνια, οι κατοπινές γενιές
    • Το άρθρο του αυτό, όπως έγραψα αλλού (ΙΔΑΣ, έκδοση Γραμμάτων, 1916) είναι «το προσκέδιο, το πρόγραμμα, το πρώτο κύτταρο της κατοπινής του εργασίας.
  2. που μελλοντικά θα εξελιχθεί σε κάτι Βικιλεξικό
    • Σε αρκετές από τις ταινίες παίρνει μέρος ως ηθοποιός και ο κατοπινός σπουδαίος σκηνοθέτης Γιλμάζ Γκιουνέι.
  3. ουσιαστικοποιημένοοι κατοπινοί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κατοπινός < κατόπ(ιν) + -ινός : Και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό του αρσενικού.

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατοπινόςκατοπινήκατοπινό
Γενικήκατοπινούκατοπινήςκατοπινού
Αιτιατικήκατοπινόκατοπινήκατοπινό
Κλητικήκατοπινέκατοπινήκατοπινό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκατοπινοίκατοπινέςκατοπινά
Γενικήκατοπινώνκατοπινώνκατοπινών
Αιτιατικήκατοπινούςκατοπινέςκατοπινά
Κλητικήκατοπινοίκατοπινέςκατοπινά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →