κατόπιν
•
- τοπικό επίρρημαπίσω, μετά από Βικιλεξικό
- Ὁ σκύλος ἔτρεχε κατόπιν τῆς Βότσαινας γαυγίζων μανιωδῶς, οἱ τρεῖς μαθηταὶ τοῦ σχολείου ἔτρεχον κατόπιν τοῦ σκύλου ρίπτοντες λίθους καὶ βώλους (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὤχ! Βασανάκια, 1894 [διήγημα])
- χρονικό επίρρημαμετά, ύστερα, ακολούθως Βικιλεξικό
- Μετά τινας ἡμέρας, αἴφνης, κατόπιν δυὸ τριῶν ὡρῶν ἀπουσίας τοῦ συζύγου — ἀσυνήθους ἄλλως — ὁ οὐρανὸς αἰθρίασεν. (Παναγιώτης Αξιώτης, Η αντίζηλος, Διηγήματα, 1899)
Ετυμολογία
κατόπιν < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κατόπιν. Συγκρίνετε με τη μορφή κατόπι.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →