Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κομπορρημοσύνη

/kom.bo.ri.moˈsi.ni/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. καυχησιολογία, κομπασμός Βικιλεξικό
    • 2002 Ιστορικά, τ. 14, 2002, σελ. 33

Ετυμολογία

κομπορρημοσύνη < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική κομπορρημοσύνη < κομπορρήμων, κομπορρημ- + -οσύνη

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκομπορρημοσύνηκομπορρημοσύνες
Γενικήκομπορρημοσύνηςκομπορρημοσυνών
Αιτιατικήκομπορρημοσύνηκομπορρημοσύνες
Κλητικήκομπορρημοσύνηκομπορρημοσύνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →