καφενεδάκι
•
- μικρός ή φτωχικός καφενές Βικιλεξικό
- Για να μη στεκόμαστε μέσα στο δρόμο, μπήκαμε σ' ένα καφενεδάκι. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
Ετυμολογία
καφενεδάκι < (καφενές) καφενεδ- + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | καφενεδάκι | καφενεδάκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | καφενεδάκι | καφενεδάκια |
| Κλητική | καφενεδάκι | καφενεδάκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →