καψαλίζω
•
- καίω κάτι ελαφρά, επιφανειακά Βικιλεξικό
- καψάλισε το κοτόπουλο πριν το βράσεις, γιατί μπορεί να έχουν απομείνει τρίχες στο δέρμα του
Ετυμολογία
καψαλίζω < καψάλα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καψαλίζω | καψαλίζεις | καψαλίζει | καψαλίζουμε | καψαλίζετε | καψαλίζουν / καψαλίζουνε |
| Παρατατικός | καψάλιζα | καψάλιζες | καψάλιζε | καψαλίζαμε | καψαλίζατε | καψάλιζαν / καψαλίζαν / καψαλίζανε |
| Αόριστος | καψάλισα | καψάλισες | καψάλισε | καψαλίσαμε | καψαλίσατε | καψάλισαν / καψαλίσαν / καψαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα καψαλίζω / θα καψαλίσω | θα καψαλίζεις / θα καψαλίσεις | θα καψαλίζει / θα καψαλίσει | θα καψαλίζουμε / θα καψαλίσουμε | θα καψαλίζετε / θα καψαλίσετε | θα καψαλίζουν / θα καψαλίζουνε / θα καψαλίσουν / θα καψαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καψαλίσει | έχεις καψαλίσει | έχει καψαλίσει | έχουμε καψαλίσει | έχετε καψαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καψαλίσει | είχες καψαλίσει | είχε καψαλίσει | είχαμε καψαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καψαλίσει / να καψαλίζω / να καψαλίσω | να έχεις καψαλίσει / να καψαλίζεις / να καψαλίσεις | να έχει καψαλίσει / να καψαλίζει / να καψαλίσει | να έχουμε καψαλίσει / να καψαλίζουμε / να καψαλίσουμε | να έχετε καψαλίσει / να καψαλίζετε / να καψαλίσετε | να καψαλίζουν / να καψαλίζουνε / να καψαλίσουν / να καψαλίσουνε |
| Προστακτική | — | καψάλιζε / καψάλισε | — | — | καψαλίζετε / καψαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →