Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καψαλισμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που έχει καψαλιστεί Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
    • μέ θρεψίνη ἀντί ζάχαρη ἤ μέλι, καί καψαλισμένη στήν πυροστιά φέτα ἀπό μπομπότα (Τάσος Πορφύρης, Η δοντάγρια. Διηγήματα, 2006, σελ. 26)

Ετυμολογία

καψαλισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου καψαλίζω

Άλλοι τύποι

καψαλισμένακαψαλισμένεκαψαλισμένεςκαψαλισμένηκαψαλισμένηςκαψαλισμένοκαψαλισμένοικαψαλισμένοςκαψαλισμένουκαψαλισμένουςκαψαλισμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →