κηδεμονεύω
•
- κυριολεκτικάείμαι κηδεμόνας κάποιου και ασκώ τα σχετικά καθήκοντα Βικιλεξικό
- μεταφορικάελέγχω ή εξουσιάζω κάποιον επιβάλλοντας τη θέληση και άποψή μου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κηδεμονεύω < κηδεμόνας + -εύω < αρχαία ελληνική κηδεμών
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κηδεμονεύω | κηδεμονεύεις | κηδεμονεύει | κηδεμονεύουμε | κηδεμονεύετε | κηδεμονεύουν / κηδεμονεύουνε |
| Παρατατικός | κηδεμόνευα | κηδεμόνευες | κηδεμόνευε | κηδεμονεύαμε | κηδεμονεύατε | κηδεμονεύαν / κηδεμονεύανε / κηδεμόνευαν |
| Αόριστος | κηδεμόνευσα | κηδεμόνευσες | κηδεμόνευσε | κηδεμονεύσαμε | κηδεμονεύσατε | κηδεμονεύσαν / κηδεμονεύσανε / κηδεμόνευσαν |
| Μέλλοντας | θα κηδεμονεύσω / θα κηδεμονεύω | θα κηδεμονεύεις / θα κηδεμονεύσεις | θα κηδεμονεύει / θα κηδεμονεύσει | θα κηδεμονεύουμε / θα κηδεμονεύσουμε | θα κηδεμονεύετε / θα κηδεμονεύσετε | θα κηδεμονεύουν / θα κηδεμονεύουνε / θα κηδεμονεύσουν / θα κηδεμονεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω κηδεμονεύσει | έχεις κηδεμονεύσει | έχει κηδεμονεύσει | έχουμε κηδεμονεύσει | έχετε κηδεμονεύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κηδεμονεύσει | είχες κηδεμονεύσει | είχε κηδεμονεύσει | είχαμε κηδεμονεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κηδεμονεύσει / να κηδεμονεύσω / να κηδεμονεύω | να έχεις κηδεμονεύσει / να κηδεμονεύεις / να κηδεμονεύσεις | να έχει κηδεμονεύσει / να κηδεμονεύει / να κηδεμονεύσει | να έχουμε κηδεμονεύσει / να κηδεμονεύουμε / να κηδεμονεύσουμε | να έχετε κηδεμονεύσει / να κηδεμονεύετε / να κηδεμονεύσετε | να κηδεμονεύουν / να κηδεμονεύουνε / να κηδεμονεύσουν / να κηδεμονεύσουνε |
| Προστακτική | — | κηδεμόνευε / κηδεμόνευσε | — | — | κηδεμονεύετε / κηδεμονεύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →