κινδυνεύω
•
- αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση Βικιλεξικό
- Οδηγώντας υπό την επήρρεια αλκοόλ κινδυνεύεις να έχεις ατύχημα.
- απειλούμαι από καταστροφή Βικιλεξικό
- Το οικοσύστημα της λίμνης κινδυνεύει από τα λύματα του εργοστασίου.
- απειλείται η ζωή μου Βικιλεξικό
- ο ανθενής κινδύνεψε να πεθάνει
Ετυμολογία
κινδυνεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κινδυνεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κινδυνεύω | κινδυνεύεις | κινδυνεύει | κινδυνεύουμε | κινδυνεύετε | κινδυνεύουν |
| Παρατατικός | κινδύνευα | κινδύνευες | κινδύνευε | κινδυνεύαμε | κινδυνεύατε | — |
| Αόριστος | κινδύνευσα / κινδύνεψα | κινδύνεψες | κινδύνεψε | κινδυνέψαμε | κινδυνέψατε | κινδυνέψαν / κινδυνέψανε / κινδύνεψαν |
| Μέλλοντας | θα κινδυνέψω / θα κινδυνεύω | θα κινδυνέψεις / θα κινδυνεύεις | θα κινδυνέψει / θα κινδυνεύει | θα κινδυνέψουμε / θα κινδυνεύουμε | θα κινδυνέψετε / θα κινδυνεύετε | θα κινδυνέψουν / θα κινδυνέψουνε / θα κινδυνεύουν |
| Παρακείμενος | έχω κινδυνέψει | έχεις κινδυνέψει | έχει κινδυνέψει | έχουμε κινδυνέψει | έχετε κινδυνέψει | έχουν κινδυνέψει |
| Υπερσυντέλικος | είχα κινδυνέψει | είχες κινδυνέψει | είχε κινδυνέψει | είχαμε κινδυνέψει | είχατε κινδυνέψει | είχαν κινδυνέψει |
| Υποτακτική | να έχω κινδυνέψει / να κινδυνέψω / να κινδυνεύω | να έχεις κινδυνέψει / να κινδυνέψεις / να κινδυνεύεις | να έχει κινδυνέψει / να κινδυνέψει / να κινδυνεύει | να έχουμε κινδυνέψει / να κινδυνέψουμε / να κινδυνεύουμε | να έχετε κινδυνέψει / να κινδυνέψετε / να κινδυνεύετε | να έχουν κινδυνέψει / να κινδυνέψουν / να κινδυνέψουνε / να κινδυνεύουν |
| Προστακτική | — | κινδύνευε / κινδύνεψε | — | — | κινδυνέψτε / κινδυνεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →