Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κινδυνεύω

/cin.ðiˈne.vo/ρήμα
•
  1. αντιμετωπίζω κίνδυνο, βρίσκομαι σε επικίνδυνη θέση ή κατάσταση Βικιλεξικό
    • Οδηγώντας υπό την επήρρεια αλκοόλ κινδυνεύεις να έχεις ατύχημα.
  2. απειλούμαι από καταστροφή Βικιλεξικό
    • Το οικοσύστημα της λίμνης κινδυνεύει από τα λύματα του εργοστασίου.
  3. απειλείται η ζωή μου Βικιλεξικό
    • ο ανθενής κινδύνεψε να πεθάνει

Ετυμολογία

κινδυνεύω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κινδυνεύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκινδυνεύωκινδυνεύειςκινδυνεύεικινδυνεύουμεκινδυνεύετεκινδυνεύουν
Παρατατικόςκινδύνευακινδύνευεςκινδύνευεκινδυνεύαμεκινδυνεύατε—
Αόριστοςκινδύνευσα / κινδύνεψακινδύνεψεςκινδύνεψεκινδυνέψαμεκινδυνέψατεκινδυνέψαν / κινδυνέψανε / κινδύνεψαν
Μέλλονταςθα κινδυνέψω / θα κινδυνεύωθα κινδυνέψεις / θα κινδυνεύειςθα κινδυνέψει / θα κινδυνεύειθα κινδυνέψουμε / θα κινδυνεύουμεθα κινδυνέψετε / θα κινδυνεύετεθα κινδυνέψουν / θα κινδυνέψουνε / θα κινδυνεύουν
Παρακείμενοςέχω κινδυνέψειέχεις κινδυνέψειέχει κινδυνέψειέχουμε κινδυνέψειέχετε κινδυνέψειέχουν κινδυνέψει
Υπερσυντέλικοςείχα κινδυνέψειείχες κινδυνέψειείχε κινδυνέψειείχαμε κινδυνέψειείχατε κινδυνέψειείχαν κινδυνέψει
Υποτακτικήνα έχω κινδυνέψει / να κινδυνέψω / να κινδυνεύωνα έχεις κινδυνέψει / να κινδυνέψεις / να κινδυνεύειςνα έχει κινδυνέψει / να κινδυνέψει / να κινδυνεύεινα έχουμε κινδυνέψει / να κινδυνέψουμε / να κινδυνεύουμενα έχετε κινδυνέψει / να κινδυνέψετε / να κινδυνεύετενα έχουν κινδυνέψει / να κινδυνέψουν / να κινδυνέψουνε / να κινδυνεύουν
Προστακτική—κινδύνευε / κινδύνεψε——κινδυνέψτε / κινδυνεύετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →