κινηματογράφος
•
- η εφεύρεση των αδελφών Λυμιέρ που επιτρέπει την καταγραφή κινούμενης εικόνας πάνω σε φωτοευαίσθητο υλικό (φιλμ) και στη συνέχεια την αναπαραγωγή της Βικιλεξικό
- η τέχνη της κινούμενης εικόνας, η έβδομη τέχνη Βικιλεξικό
- ο ελληνικός κινηματογράφος ξεκίνησε στη δεκαετία του '20
- Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
- ένα κτίριο ή μια εγκατάσταση όπου προβάλλονται κινηματογραφικές ταινίες για το κοινό Βικιλεξικό
- Η Νίκη έμενε κάπου πίσω από την παιδική χαρά της κεντρικής λεωφόρου, που εξακολουθεί να λέγεται Παναγή Τσαλδάρη, κι εγώ λίγο πιο πριν, πίσω από τον ανύπαρκτο σήμερα πια, θερινό κινηματογράφο Άστρα. (Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή, εκδ. Ίκαρος, 2012)
Ετυμολογία
κινηματογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cinématographe (ο μηχανισμός λήψης αλλά και ο μηχανισμός προβολής κινηματογραφικών εικόνων) < αρχαία ελληνική κίνημα + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κινηματογράφος | κινηματογράφοι |
| Γενική | κινηματογράφου | κινηματογράφων |
| Αιτιατική | κινηματογράφο | κινηματογράφους |
| Κλητική | κινηματογράφε | κινηματογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →