κινητός
•
- που είναι δυνατόν να κινείται ή να μετακινείται Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκινητά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκινητή Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοκινητό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κινητός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κινητός < κινέω / κινῶ (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική mobile ή από την αγγλική mobile )
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινητός | κινητή | κινητό |
| Γενική | κινητού | κινητής | κινητού |
| Αιτιατική | κινητό | κινητή | κινητό |
| Κλητική | κινητέ | κινητή | κινητό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | κινητοί | κινητές | κινητά |
| Γενική | κινητών | κινητών | κινητών |
| Αιτιατική | κινητούς | κινητές | κινητά |
| Κλητική | κινητοί | κινητές | κινητά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →