Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κιοτής

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. αυτός που κιοτεύει (δειλιάζει) μπροστά σε μια εν δυνάμει επικίνδυνη ενέργεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κιοτής < (άμεσο δάνειο) τουρκική kötü

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκιοτήςκιοτήδες
Γενικήκιοτήκιοτήδων
Αιτιατικήκιοτήκιοτήδες
Κλητικήκιοτήκιοτήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →