κιοτής
•
- αυτός που κιοτεύει (δειλιάζει) μπροστά σε μια εν δυνάμει επικίνδυνη ενέργεια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κιοτής < (άμεσο δάνειο) τουρκική kötü
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κιοτής | κιοτήδες |
| Γενική | κιοτή | κιοτήδων |
| Αιτιατική | κιοτή | κιοτήδες |
| Κλητική | κιοτή | κιοτήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →