Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

φόρα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ορμή, η απόκτηση ταχύτητας, η κεκτημένη ταχύτητα Βικιλεξικό
    • Του έκανα νόημα να μαζευτεί, μην τον πάρουν πρέφα και γίνει το σύστριγγλο , αλλά αυτός είχε πάρει φόρα και δεν σταματούσε με τίποτα. (Το κορίτσι του διπλανού portal κυκλοφορεί και απορεί, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • Έπεσε με φόρα επάνω του
    • Μίλησε μεγάλο, στα 3 του χρόνια, αλλά πήρε φόρα και από τότε δεν έβαλε γλώσσα μέσα
    • Είναι θρασύς, πρέπει να του κόψεις τη φόρα
  2. οικείοπληθυντικός της λέξης φόρουμ (δηλαδή "τα φόρα") Βικιλεξικό

Ετυμολογία

φόρα < μετακίνηση του τόνου της λέξης φορά για διάκριση της σημασίας < φέρω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφόραφόρες
Γενικήφόραςφορών
Αιτιατικήφόραφόρες
Κλητικήφόραφόρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

φορά

/foˈɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ξεχωριστή περίπτωση, περίσταση ή περίοδος Βικιλεξικό
    • Σου το είπα μια φορά, φτάνει· δε θα σου το πω και δεύτερη.
    • Σήμερα πήγα τρεις φορές στην εφορία.
  2. η κατεύθυνση, η διεύθυνση Βικιλεξικό
    • Ορθή αναφορά ονομάζεται, στη φυσική, οποιαδήποτε κυκλική κίνηση αντίθετης φοράς προς εκείνην των δεικτών του ωρολογίου.
    • η φορά των πραγμάτων, μας οδηγεί δυστυχώς... (έτσι όπως εξελίσσονται, κατά εκεί που πάνε οι καταστάσεις..)
  3. μαθηματικάχρησιμοποιείται στον πολλαπλασιασμό αντί του επί Βικιλεξικό
    • πέντε φορές το δέκα αντί για 5 Χ 10 ή 5 επί δέκα
  4. κάποτε, σε εκφράσεις με το ρήμα σε παρελθοντικό χρόνο, με τάσεις αναπόλησης Βικιλεξικό
    • μια φορά μ' αγαπούσες
  5. αντί της λέξης φόρα (ορμή, απόκτηση ταχύτητας) σε αθλητικούς όρους Βικιλεξικό
    • άλμα άνευ φοράς

Ετυμολογία

φορά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική φορά (γρήγορη κίνηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήφοράφορές
Γενικήφοράςφορών
Αιτιατικήφοράφορές
Κλητικήφοράφορές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →