κλέψιμο
•
- η κλοπή Βικιλεξικό
- ειδικότεραη αντιγραφή Βικιλεξικό
- ειδικότεραη απόσπαση της μπάλας (σε μπάσκετ, ποδόσφαιρο κ.λπ.) Βικιλεξικό
- ειδικότεραη απαγωγή γυναίκας από κάποιον, προκειμένου να την παντρευτεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλέψιμο < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κλέψιμο < κλέβω < αρχαία ελληνική κλέπτω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλέψιμο | κλεψίματα |
| Γενική | κλεψίματος | κλεψιμάτων |
| Αιτιατική | κλέψιμο | κλεψίματα |
| Κλητική | κλέψιμο | κλεψίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →