κλήμα
•
- βοτανικήτο αμπέλι, η άμπελος, το φυτό που παράγει το σταφύλι Βικιλεξικό
- μεταφορικάη περιφέρεια και το σύνολο των ιερωμένων ενός Πατριαρχείου ή μιας αυτοκέφαλης ορθόδοξης χριστιανικής Εκκλησίας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλήμα < αρχαία ελληνική κλῆμα < κλάω / κλῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kelh₂- (χτυπώ, σπάζω)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλήμα | κλήματα |
| Γενική | κλήματος | κλημάτων |
| Αιτιατική | κλήμα | κλήματα |
| Κλητική | κλήμα | κλήματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →