κληματαριά
•
- βοτανικήτο κλήμα που μετά από περιποίηση και κλάδεμα έχει απλώσει τα κλαριά του σε δοκάρια ή άλλα στηρίγματα πάνω από το έδαφος Βικιλεξικό
- η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)
Ετυμολογία
κληματαριά < κλήμα, κληματ- + -αριά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κληματαριά | κληματαριές |
| Γενική | κληματαριάς | κληματαριών |
| Αιτιατική | κληματαριά | κληματαριές |
| Κλητική | κληματαριά | κληματαριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →