Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κληματαριά

/kli.ma.taɾˈʝa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. βοτανικήτο κλήμα που μετά από περιποίηση και κλάδεμα έχει απλώσει τα κλαριά του σε δοκάρια ή άλλα στηρίγματα πάνω από το έδαφος Βικιλεξικό
    • η Μιράντα ανεβασμένη στο μικρό τσιμεντένιο τοιχίο κόβει αγίνωτα σταφύλια της κληματαριάς, η Σολομονή βαστά τη σκάλα και η Κυβέλη αποσυρμένη στη σκιά ασχολείται διεξοδικά με το αρχινισμένο της μυθιστόρημα (Μιχάλης Γεννάρης, Ο σαξοφωνίστας, εκδ. Μεταίχμιο, 2014)

Ετυμολογία

κληματαριά < κλήμα, κληματ- + -αριά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκληματαριάκληματαριές
Γενικήκληματαριάςκληματαριών
Αιτιατικήκληματαριάκληματαριές
Κλητικήκληματαριάκληματαριές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →