Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαγγή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. δυνατός ήχος που δημιουργείται από την σύγκρουση μεταλλικών αντικειμένων, συνήθως όπλων (π.χ., σπαθιά) Βικιλεξικό
    • Παντοῦ ἐχυνόταν πάταγος καὶ βρόμος, βλαστήμιες καὶ κατάρες καὶ θριαμβευτικὲς φωνὲς ἀνακατωμένες μὲ τὸν τριποδισμὸ τῶν ἀλόγων καὶ τὴν κλαγγὴ τῶν σπαθιῶν. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Ὁ ζητιάνος, 1897)

Ετυμολογία

κλαγγή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κλαγγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήκλαγγήκλαγγές
Γενικήκλαγγήςκλαγγών
Αιτιατικήκλαγγήκλαγγές
Κλητικήκλαγγήκλαγγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →