Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαψιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που (σχεδόν) αναίτια και με ευκολία κλαίει Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασημεμψίμοιρος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλαψιάρης < κλάψ(α) + -ιάρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλαψιάρηςκλαψιάρακλαψιάρικο
Γενικήκλαψιάρηκλαψιάραςκλαψιάρικου
Αιτιατικήκλαψιάρηκλαψιάρακλαψιάρικο
Κλητικήκλαψιάρηκλαψιάρακλαψιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλαψιάρηδεςκλαψιάρεςκλαψιάρικα
Γενικήκλαψιάρηδων—κλαψιάρικων
Αιτιατικήκλαψιάρηδεςκλαψιάρεςκλαψιάρικα
Κλητικήκλαψιάρηδεςκλαψιάρεςκλαψιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →