Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

κλαψιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με κλαψιάρη, αναφέρεται ή ταιριάζει σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

κλαψιάρικος < κλαψιάρης + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλαψιάρικοςκλαψιάρικηκλαψιάρικο
Γενικήκλαψιάρικουκλαψιάρικηςκλαψιάρικου
Αιτιατικήκλαψιάρικοκλαψιάρικηκλαψιάρικο
Κλητικήκλαψιάρικεκλαψιάρικηκλαψιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήκλαψιάρικοικλαψιάρικεςκλαψιάρικα
Γενικήκλαψιάρικωνκλαψιάρικωνκλαψιάρικων
Αιτιατικήκλαψιάρικουςκλαψιάρικεςκλαψιάρικα
Κλητικήκλαψιάρικοικλαψιάρικεςκλαψιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →